ἑκάς

ἑκάς, Adv.
A afar, far off, Il.20.422, etc.;

οὐχ ἑκάς που S.Ph.41

; rare in Prose, Th.1.69,80 (and later, Nic.Dam.p.6D.) : c. gen., far from, far away from,

ἑ. Ἄργεος Il.9.246

, etc.: freq. following its case, 13.263, Od.14.496, al.;

οὐ Χαρίτων ἑ. Pi.P.8.21

, cf. E.Ph.907 ;

ἑ. ἀπὸ τείχεος Il.18.256

;

ἀπὸ τῆς νήσου ἑ. Hdt.3.41

.
2 [comp] Comp.

ἑκαστέρω

farther,

Od.7.321

, h.Bacch.29, Alc.Supp.5.8 ([etym.] ἐκ-), Hdt.6.108, E.HF1047 (lyr.), etc.: c. gen., Hdt.2.169, al. ; also ἑκαστοτέρω dub. in Theoc.15.7 : [comp] Sup.

ἑκαστάτω

farthest,

Il.10.113

, Hdt.4.33 : c. gen.,

τοὺς ἑωυτῶν ἑ. οἰκημένους

farthest from..,

Id.1.134

; τῆς Λιβύης ἑ. ἦλθε to the farthest point of Libya, Id.4.204, cf.9.14.
II of Time, ἑ. ἐών afar, i.e. long after, Pi.P.2.54 ; οὐχ ἑ. χρόνου in no long time, Hdt.8.144 ;

οὐχ ἑ. A.Ag.1650

. [ᾰ ; ᾱ only in Call.Ap.2, in arsi.] (Prob. from and -κάς as in ἀνδρακάς ; lit. 'by himself'.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκάς — ἑκάς, αττ. τ. ἕκας (Α) επίρρ. 1. μακριά, μακριά από, σε απόσταση («ἑκὰς οἱ βέβηλοι») 2. (με γεν. ως καταχρηστική πρόθεση) μακριά από κάποιον ή από κάτι, εκτός 3. προ πολλού 4. μετά από πολύ χρονικό διάστημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη σχηματισμένη από το θ.… …   Dictionary of Greek

  • ἑκάς — afar indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕκας — ἑκάς afar attic (indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἕκας — Ἕκᾱς , Ἕκης masc acc pl (doric) Ἕκᾱς , Ἕκης masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκαστάτω — ἑκάς afar superl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκαστέρω — ἑκάς afar comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκαστος — η, ο (AM ἕκαστος, η, ον) (επιμεριστική αντων.) (σε αντίθεση με το σύνολο) 1. ο κάθε ένας χωριστά, ένας ένας 2. φρ. α) στον πληθ. έκαστοι όλοι και ένας ένας χωριστά β) «καθ εκάστην» (ενν. ημέρα) καθημερινά γ) «τα καθ έκαστο» ή «τα καθ έκαστα» οι… …   Dictionary of Greek

  • ELEUSINIA — Inter omnia Graecorum sacra, tanta semper fuit Eleusiniorum religio, ut commune mysteriorum nomen illis veluti proprium ab Auctoribus tribuatur, ideoqueve de iis paulo fusius agendum. Eleusinia vero sic dicta sunt, ab Eleusi Atticae opp. cuius… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SACRA — I. SACRA Cryphia, seu Opertanea, apud Petronium ubi alii crypta legunt, dicebantur Veter bus illa, ad quarum inspectionem, non nisi post variorum annorum moram et per difficiles plurimarum ceremoniarum ambages, homines admittebantur. Qualia erant …   Hofmann J. Lexicon universale

  • se- —     se     English meaning: reflexive pronoun     Deutsche Übersetzung: ursprũnglich “abseits, getrennt, for sich”, dann Reflexivpronomen     Note: and (after analogy from *t(e)u̯e) s(e)u̯e     Material: se and s(e)u̯e Reflexivpronomen for alle… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • Anaces — ANĂCES, um, Gr. Ἄνακες, ων, sind so viel, als Castor und Pollux, des Jupiters oder des Tyndarus und der Leda Söhne, Plutarch. in Thes. c. 39. & Hesych. in Ἄνακες. Es soll sie Menestheus am ersten also und Erretter genannt haben, nachdem sie die… …   Gründliches mythologisches Lexikon

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.